«Όλοι οι υπουργοί Ανάπτυξης που έχουν περάσει διαχρονικά υπόσχονται να μειώσουν τις τιμές και να πατάξουν τους κερδοσκόπους. Σήμερα που η χώρα βρίσκεται εν μέσω σφοδρής οικονομικής ύφεσης και οι Έλληνες έχουν γονατίσει από τα αβάσταχτα μέτρα, οι τιμές των βασικών αγαθών όχι μόνο παραμένουν σταθερά υψηλές, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αυξάνονται ενώ την ίδια ώρα, οι μισθοί, οι συντάξεις και τα επιδόματα πετσοκόβονται».
Αυτό ήταν το εισαγωγικό κείμενο της ερώτησης προς τον υπουργό Ανάπτυξης για τις τιμές των τροφίμων, την οποία κατέθεσαν στα τέλη Ιανουαρίου οι βουλευτές των Ανεξάρτητων Ελλήνων Γιάννης Δημαράς και Γαβριήλ Αβραμίδης. Το αν απάντησε και τι απάντησε ο υπουργός δεν υπάρχει λόγος να το αναζητήσουμε, καθώς ο υπουργός συνεχίζει να «παίζει» με την τιμή του παραγόμενου στην Ελλάδα γάλακτος, όταν αυτό αποτελεί μόνο το 33% της κατανάλωσης.
Αντίθετα, υπάρχουν προϊόντα που είναι επίσης καθημερινά απαραίτητα στα νοικοκυριά και για τα οποία ο υπουργός τηρεί σιγή ιχθύος. Και επειδή στην Ελλάδα δεν γνωρίζουμε ποιος και τι παράγει, μπορείτε να δείτε από το ιντερνέτ, την γκάμα των προϊόντων τριών μόνο πολυεθνικών, της Johnson & Johnson, της Unilever και της Procter & Gamble, για να κατανοήσουμε πως γεμίζει το καλάθι της νοικοκυράς. Και προσοχή, είναι μόλις τρεις από τις πολυεθνικές που δραστηριοποιούνται στην χώρα μας.
Δυστυχώς, την μεγάλη ευκαιρία έχασε ο ίδιος ο πρωθυπουργός πριν από μήνες, όταν συναντήθηκε με τους εκπροσώπους των πολυεθνικών και δεν τους ζήτησε, αφού τόσα χρόνια θησαύρισαν από τα χρήματα του ελληνικού λαού, τώρα να μειώσουν τα κέρδη τους, μειώνοντας τις τιμές στο ράφι. Την μείωση των τιμών στο ράφι, θα μπορούσε να πετύχει και ο αρμόδιος υπουργός, αρκεί να αντιμετώπιζε τους μηχανισμούς που τις κρατούν ψηλά.
Μέχρι πριν τρία χρόνια υπήρχε η δικαιολογία ότι σε άλλες χώρες, για παράδειγμα στην Βουλγαρία, οι τιμές των προϊόντων ήταν πολύ χαμηλότερες, επειδή το ίδιο χαμηλότεροι ήταν και οι μισθοί. Σήμερα η δικαιολογία αυτή δεν υπάρχει. Δεν γίναμε Βουλγαρία, αλλά είμαστε σε …καλό δρόμο. Και όμως, οι τιμές των προϊόντων στα ελληνικά ράφια, παραμένουν υψηλές. Προφανώς δε, δεν μιλάμε για τα τρικ μείωσης τιμών με παράλληλη μείωση της χωρητικότητας των συσκευασιών.
Να σημειώσουμε ότι σε περίπτωση που κάποιες εταιρείες «πιεστούν» να κατεβάσουν τις τιμές, μπορεί και να μας πουν να καθίσουμε φρόνιμα, γιατί θα μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες. Όμως στην Ελλάδα ήδη έπεσαν οι μισθοί, ήδη έπεσε συνολικά το κόστος εργασίας, οπότε ρίχνοντας τις τιμές και αυξάνοντας τον τζίρο, ενδεχομένως να μη χάσουν και πολλά από τα κέρδη τους.
Και σε κάθε περίπτωση, υπάρχει και το ηθικό ζήτημα, να επιστρέψουν κάποια από τα κέρδη των προηγούμενων δεκαετιών, σε αυτούς που τα δημιούργησαν, δηλαδή στους έλληνες που πλήρωναν ακριβά τα προϊόντα τους.
Ωστόσο και οι καταναλωτές από την πλευρά τους θα μπορούσαν να πιέσουν για να πέσουν οι τιμές. Προτιμώντας ελληνικά προϊόντα, έστω και αν αυτά βγαίνουν, καμιά φορά και τεχνητά, με την ίδια τιμή στο ράφι. Εδώ βεβαίως υπάρχει και το πρόβλημα της ελληνικότητας ενός προϊόντος, καθώς οι πολυεθνικές πάντα προσπαθούν να ελληνοποιήσουν τα δικά τους προϊόντα. Έχουν δε και το πλεονέκτημα της συνεχούς διαφημιστικής παρουσίας σχεδόν πάντα, ώστε να κατευθύνουν τις επιλογές μας. Όμως, από την άλλη πλευρά, υπάρχουν οι ενώσεις καταναλωτών που θα έπρεπε να παίξουν τον ρόλο του διαφωτιστεί της ελληνικής κοινωνίας.
Σωστά οι ενώσεις καταναλωτών μπήκαν στο παιχνίδι των χρεωμένων με δάνεια νοικοκυριών, ωστόσο στο θέμα των προϊόντων και της τιμής τους δεν έδειξαν, ακόμη τουλάχιστον, την ίδια δραστηριότητα. Και ίσως είναι ώρα να το πράξουν δημιουργώντας και μια ισχυρή ένωση σε πανελλαδικό επίπεδο, η οποία θα έχει την δύναμη να μιλά απευθείας με τους υπουργούς και τις εταιρείες.
Από την αρχή της κρίσης και των μνημονίων γνωρίζαμε ότι η χώρα θα φτάσει στον πάτο χάνοντας το 40% της αξίας της. Και προς τα εκεί οδεύουμε. Έχασαν τόσο ή τουλάχιστον 20% τα προϊόντα στο ράφι την ώρα που οι μειώσεις και οι φόροι κουτσούρεψαν πολύ περισσότερο το εισόδημα των ελλήνων;