
Τα χελιδόνια πάντα, κάθε χρόνο, φτάνουν σιγά σιγά από την Αφρική και τα υποδεχόμαστε με χαρά καθώς μας φέρνουν την Άνοιξη, η οποία με την σειρά της, ακολουθεί πάντα τον Χειμώνα. Αυτές είναι από τις σταθερές της φύσης που προσδιορίζουν την ζωή μας και που τις έχουμε δεδομένες, χωρίς να τις συζητούμε.
Μια ακόμη σταθερά στην ελληνική πραγματικότητα είναι η ασκούμενη πολιτική, όποιος και αν ήταν μέχρι σήμερα στην κυβέρνηση. Καθυστέρηση στην καθυστέρηση, ότι είναι δύσκολο δεν το αντιμετωπίζουμε, το μεταθέτουμε συνεχώς για αργότερα και στο τέλος στις καλένδες. Η ίδια πρακτική εφαρμόζεται και τα τελευταία χρόνια με την παρουσία της τρόικα στη χώρα μας και τις εκάστοτε μνημονιακές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η χώρα μας.
Η όποια κυβέρνηση, επιδίδεται σε ένα πολιτικό κατενάτσιο, πετά την μπάλα στην κερκίδα και στο παραπέντε, κλέβει τη νίκη, φέρνοντας ένα πολυνομοσχέδιο που ούτε να το φυλλομετρήσουν προλαβαίνουν οι Βουλευτές. Οι οποίοι με την σειρά τους, δίνουν μια μάχη χαρακωμάτων, κάνουν μεγάλο ντόρο για ένα ζήτημα, πρόσφατα για το γάλα και τελικά ψηφίζουν τα πάντα.
Το πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε προχθές, αλλάζει ουσιαστικά την ζωή μας και θα έπρεπε να το είχε συζητήσει επί μακρόν η ελληνική κοινωνία. Αλλά, είπαμε, μόνο τα χελιδόνια έρχονται στην ώρα τους… Αυτό καταγράφει και ο συνάδελφος Νίκος Φραντζής, ο οποίος σημειώνει στη Ναυτεμπορική, ότι «δεν είναι η πρώτη φορά που ένα κρίσιμο νομοσχέδιο το οποίο διασφαλίζει τη συνέχεια του προγράμματος δανειοδοτικής στήριξης της ελληνικής οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα εισάγει πλειάδα θεσμικών ανατροπών στο εσωτερικό της χώρας, προωθείται και ψηφίζεται την τελευταία στιγμή. Το ίδιο έχει συμβεί αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν, όταν χρειάστηκε η πιεστική ταχύτητα των αποφάσεων να καλύψει την τραχύτητα των μεταβολών που επιβάλλονται». Και προσθέτει τα εξής:
«Στην πράξη δεν συνέτρεχε κανείς άλλος λόγος να υπάρξει μια συζήτηση επτά μηνών για να ληφθεί η απόφαση της Βουλής και πάλι στις χρονικές παρυφές του κρίσιμου Eurogroup που θα πάρει την απόφαση εκταμίευσης της δόσης. Κανείς δεν απαγόρευσε στην κυβέρνηση να οριστικοποιήσει τις αλλαγές ικανό διάστημα πριν εξαντληθεί ο διαθέσιμος χρόνος.
Οι απορίες που προκύπτουν είναι προφανείς. Γιατί η προσπάθεια για τη διάσωση της χώρας και την ανάπτυξή της, την οποία επικαλείται η κυβέρνηση, θα έπρεπε να παίρνει αυτή τη μορφή; Δεν θα μπορούσε η κυβέρνηση να έχει πείσει εγκαίρως και με απτά επιχειρήματα τους βουλευτές οι οποίοι τη στηρίζουν για τις αγαθές προθέσεις όσων υιοθετούνται με το πολυνομοσχέδιο, εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα; Γιατί ένα κρίσιμο θέμα όπως η διατήρηση της βιωσιμότητας του τραπεζικού συστήματος αφέθηκε να θεωρηθεί αποτέλεσμα συνδιαλλαγής; Γιατί δόθηκε ευκαιρία, σε όποιον το επιθυμεί, να κάνει λόγο για «κοινοβουλευτική εκτροπή και κοινοβουλευτικό πραξικόπημα»;
Γιατί η διαδικασία αλλαγής της νομοθεσίας που χαρακτηρίζει την παραγωγή και διακίνηση γάλακτος κατέληξε να πάρει τη διάσταση πολιτικού παζαριού, με τον καταθέτοντα υπουργό να μην μπορεί να τεκμηριώσει πειστικά τη χρησιμότητα της πρότασής του, έναν από τους συναρμόδιους υπουργούς να αρνείται έως την τελευταία στιγμή την υπογραφή του στην κατάθεση του νομοσχεδίου και έναν υφυπουργό να παραιτείται λόγω διαφωνιών, καταγγέλλοντας ότι συνάδελφός του υπουργός μεθοδεύει τη διευκόλυνση των αθρόων εισαγωγών εις βάρος της ελληνικής παραγωγής;».
Με λίγα λόγια, φωνάζουν όλοι οι πολιτικοί για την κατάσταση ανυποληψίας στην οποία έχει περιέλθει η πολιτική, ωστόσο, φροντίζουν, οι περισσότεροι τουλάχιστον, να αποδεικνύουν ότι πολύ δύσκολα θα αλλάξουν τα πράγματα. Η λεγόμενη εργαλειοθήκη το ΟΟΣΑ ήταν στο συρτάρι του υπουργείου Ανάπτυξης για πολλούς μήνες και μόνο η έλευση της τρόικα επιτάχυνε τις διαδικασίες.
Διαδικασίες άρπα – κόλα και πολλές τροποποιήσεις της τελευταίας στιγμής, οι περισσότερες στο πόδι, στο πλαίσιο ενός πάρε – δώσε, μεταξύ υπουργών και βουλευτών. Αποτέλεσμα, ο πολίτης να αισθάνεται δικαιωμένος γιατί απομακρύνεται από την πολιτική, γιατί έχει αποφασίσει να μη φτάσει ως την κάλπη αυτή την φορά και καταληκτικά, να βάζει όλους τους πολιτικούς στο ίδιο καζάνι, αφού «όποιος και αν έρθει, σε όποια χρονική στιγμή και αν κυβερνήσει, τα ίδια θα κάνει».