«Η εικόνα της αξιοπιστίας και της σταθερότητας της χώρας έχει αποκατασταθεί και οι δυνατότητες που υπάρχουν συγκεντρώνουν έντονο ενδιαφέρον. Έξω πάμε καλά, αλλά το πρόβλημα είναι ότι οι επενδύσεις αφορούν το τι συμβαίνει στο εσωτερικό της χώρας και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα, πρώτον για όσους έχουν την πρόθεση να επενδύσουν και είναι υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν την ελληνική διοικητική πραγματικότητα, αλλά κυρίως για την οικονομία, όπου η τραυματισμένη από τη βαριά ανεργία εσωτερική αγορά δείχνει ότι αδυνατεί να αποσπάσει από ξένους επενδυτές έστω και μία νέα θέση εργασίας».
Αυτό απάντησε σύμφωνα με τη Ναυτεμπορική και τον δημοσιογράφο Νίκο Φραντζή, κάποιος του οποίου η δουλειά είναι να «πουλάει Ελλάδα» στο εξωτερικό, να προσπαθεί δηλαδή να προσελκύσει ξένες επενδύσεις, για το πώς ακριβώς διαμορφώνεται αυτήν την περίοδο ο δείκτης του ξένου επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Και είναι αλήθεια ότι παρά τα λεγόμενα από αρμόδιους της κυβέρνησης, ότι οι μόνες επενδύσεις από το εξωτερικό, αφορούν στην εξαγορά, κοψοχρονιά, όσων ακινήτων διαθέτει το ελληνικό δημόσιο για να αποπληρώσει το χρέος του. Ίσως κάποιες από αυτές να θεωρηθούν και αναπτυξιακές, ωστόσο χρήματα που μπαίνουν στη χώρα, πάνε κυρίως για την αγορά ακινήτων βγαίνουν στο σφυρί ή οργανισμών που οδεύουν για αποκρατικοποίηση.
Και βέβαια, όταν κάτι ήδη λειτουργεί, το να το αγοράσει κάποιος για να το λειτουργήσει και αυτός με την σειρά του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβώς νέα επένδυση.
Άλλωστε, όπως σημειώνει ο Νίκος Φραντζής, «η πραγματικότητα είναι αυτή, ότι οι ξένοι επενδυτές είναι για την Ελλάδα κάτι σαν μαγική εικόνα. Τους βλέπουμε μόνο όταν βρισκόμαστε εκτός συνόρων, αλλά όταν περάσουμε τη διαχωριστική γραμμή της ελληνικής επικράτειας αποκτούν την ιδιότητα ενός νέφους καπνού που εξαφανίζεται στο πρώτο ελαφρό φύσημα του αέρα. Διόλου παράδοξο το φαινόμενο, διότι εξίσου «μαγική», με διπλή όψη, είναι και η εικόνα των ελληνικών επενδυτικών προοπτικών.
Ένας αξιόλογος επιχειρηματίας είναι εύλογο να διακρίνει τις επενδυτικές δυνατότητες που προσφέρονται σε τομείς όπως ο τουρισμός, η ενέργεια, η αξιοποίηση γης.
Ταυτόχρονα όμως οι υποψήφιοι επενδυτές είτε γνωρίζουν ήδη είτε μαθαίνουν σύντομα ότι καλούνται να επενδύσουν σε μια χώρα όπου πολλά μεγάλα και φιλόδοξα σχέδια έχουν καταρρεύσει μπροστά στην ακαταμάχητη ικανότητα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης να ορθώνει εμπόδια και να στήνει παγίδες εκεί που έπρεπε να στρώνει χαλιά, όπου ο ενιαίος φορολογικός συντελεστής 15% στα εταιρικά κέρδη υπάρχει μόνο ως μακρινή υπόσχεση, όπου το φορολογικό σύστημα παραμένει ακόμη τόσο εύπλαστο ώστε να μεταβάλλεται σχεδόν ανά εξάμηνο, μην αφήνοντας τις επιχειρήσεις να βουλιάξουν στην... ανία της σταθερότητας, όπου οι ιδρύσεις νέων δραστηριοτήτων και η παροχή σχετικών αδειών παραμένουν ακόμη μια μεγάλη περιπέτεια, όπου το κράτος δεν χάνει την ευκαιρία να επιβεβαιώνει το γεγονός ότι διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα να αλλάζει τους θεσμικούς κανόνες όταν κρίνει ότι το συμφέρει.
Πρόκειται για συνθήκες πολύ καλά δεμένες με την εγχώρια δραστηριότητα, εδώ και πολλά χρόνια, οι οποίες δεν έχει γίνει κατορθωτό να εκριζωθούν ακόμη και στα χρόνια της κρίσης. Και φαίνεται μάλλον αδιόρατο αν υπάρχει πλέον χρόνος να αλλάξει κάτι ουσιαστικά σε αυτό το πεδίο».
Να το ξαναπούμε… δεν είναι οι επενδυτές πρόβατα που θα ακολουθήσουν τον δρόμο για ένα λιβάδι, αν ήταν έτσι, θα είχε γεμίσει επενδύσεις η Βουλγαρία η οποία έχει μισθούς από τους χαμηλότερους, αν όχι τους πιο χαμηλούς, στην ΕΕ. Και φυσικά, ούτε στην Ελλάδα είχαμε ξένες επενδύσεις ακόμη και όταν η οικονομία έδειχνε χωντανή, έστω και με δανεικά.