
Το τελευταίο που μπορεί να εγκαταλείψει κανείς είναι οι κακές συνήθειες και μία από τις πλέον κακές συνήθειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι οι προεκλογικές παροχές.
Από τον κανόνα αυτόν δεν μπορεί να ξεφύγει καμία κυβέρνηση, ούτε καν μια κυβέρνηση που διαχειριζόμενη καταστάσεις κρίσης και έχοντας υιοθετήσει βαρύ περιοριστικό πρόγραμμα έχει δεμένα τα χέρια της, όσον αφορά το τι μπορεί να «θυσιάσει» μέσα στην προεκλογική περίοδο.
Έχουμε και λέμε λοιπόν, μπροστά μας να διαχειριστούμε την πρωθυπουργική δήλωση ότι το 70% του πρωτογενούς πλεονάσματος θα δοθούν σε όσους έχουν ανάγκη ή αδικήθηκαν από τις περικοπές μισθών και συντάξεων τα προηγούμενα χρόνια.
Ένα πλεόνασμα που ξεκίνησε δειλά από τα 800 εκατομμύρια και δείχνει να καταλήγει στα 4 δις ευρώ. Πόσα χρήματα θα μοιραστούν; Άγνωστο, καθότι δεν είναι πραγματικά λεφτά αλλά ένα ταμειακό αποτέλεσμα «μαγειρεμένο» όπως το ήθελε και η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία.
Πάνω σε αυτό το πλεόνασμα, το οποίο παραλίγο να κλονίσει τις τελευταίες ημέρες τις ευαίσθητες σχέσεις μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και ευρωπαϊκής στατιστικής αρχής, δηλαδή της Eurostat, έχει στηθεί όλο το επικοινωνιακό σκηνικό της επιτυχίας του ελληνικού προγράμματος, που με τη σειρά του θα χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει την προσπάθεια προσφυγής στις αγορές για άντληση δανεισμού.
Επιπλέον, το πλεόνασμα, το συμφωνήσαμε να το παρουσιάσουμε, για να έχουμε «πάτημα» τόσο εμείς όσο και οι δανειστές, να διαπραγματευτούμε καλύτερους όρους αποπληρωμής, ενδεχομένως και κουρέματος, του ελληνικού χρέους.
Έτσι, πιθανόν να υπάρχουν κάποια εκατομμύρια προς διάθεση, χρήματα από την υπερφορολόγηση των πολιτών, κυρίως δε αυτών που δεν μπορούν να κρύψουν το εισόδημα τους. Και ποιος θα πάρει από αυτά; Πριν ακόμη αποφασίσει η κυβέρνηση, άρχισαν να αποφασίζουν τα δικαστήρια. Να πάρουν οι ένστολοι, να πάρουν οι καθηγητές πανεπιστημίου και προφανώς έπεται συνέχεια. Και όλα αυτά γιατί οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν να νομοθετήσουν με σοβαρό τρόπο τις υποχρεώσεις μας από τα μνημόνια.
Όμως, χρήματα από την φορολόγηση όλων μας, πως είναι δυνατόν να τα καρπωθούν κάποιοι κλάδοι στο δημόσιο, όταν υπάρχουν στρατιές ανέργων στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς καν επίδομα ανεργίας; Γιατί να πάρουν οι μεν, για τους οποίους εκδόθηκε σχετική δικαστική απόφαση και να μην πάρουν άλλοι που έχουν και πραγματική ανάγκη; Και αν αρχίσουν οι δικαστικοί να βγάζουν αποφάσεις και για τα δικά τους εισοδήματα, που θα βρεθούν τα χρήματα για να ικανοποιηθούν όλες οι επιστροφές;
Ένα έχει να κάνει η κυβέρνηση, αν πράγματι υπάρχουν χρήματα προς διάθεση. Να τα μοιράσει για το κοινό δημόσιο συμφέρον. Αντί δηλαδή να δώσει σε τομείς του δημόσιου και σε συντεχνίες, να τα δώσει σε κοινωνικές δομές που εξυπηρετούν το σύνολο του ελληνικού λαού. Για παράδειγμα, να ενισχυθούν οι κρατικοί και δημοτικοί παιδικοί σταθμοί, να χρηματοδοτηθούν κάποιοι κρίσιμοι τομείς της υγείας, να στηριχθούν τομείς της αυτοδιοίκησης που έχουν αναλάβει να προσφέρουν υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας στους δημότες, ενίσχυση άλλων παρεμφερών υπηρεσιών.
Με λίγα λόγια, το κράτος να διαχειριστεί το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα υπάρχει, όχι για να ανατρέψει μισθολογικού χαρακτήρα αποφάσεις ή να βγάλει αφορολόγητα επιδόματα που παίρνουν συντεχνίες στο δημόσιο, αλλά να καλύψει έξοδα των πολιτών που εμφανίστηκαν ή και αυξήθηκαν, από την ώρα που λόγω της κρίσης, άρχισε να υποχωρεί το κράτος πρόνοιας.
Με τον τρόπο αυτό, οι φόροι που πλήρωσαν οι πολίτες θα επιστρέψουν με την μορφή παροχής υπηρεσιών σε πολλούς και όχι σε λίγους και δεν θα δημιουργηθεί χάσμα μεταξύ των εργαζόμενων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ή εντός του δημοσίου, στην λογική ότι κάποιος θα αυξήσει το εισόδημα του και άλλοι θα παραμείνουν μισθολογικά στάσιμοι.
Βέβαια, όλα αυτά είναι μπαλώματα στην τρύπια κουρελού της κατεστραμμένης ελληνικής οικονομίας, η οποία για να ανορθωθεί θέλει και μεγάλη χρηματοδότηση και σωστές αποφάσεις για την κατεύθυνση που θα πάρει η αναπτυξιακή πορεία της χώρας, αν και ακόμη είναι πολύ νωρίς για να μιλήσουμε για κάτι τέτοιο.